Στο μεταβαλλόμενο ελληνικό ενεργειακό τοπίο, όπου η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ αναδιαμορφώνει τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος, οι σταθμοί αποθήκευσης αναδεικνύονται σε βασική υποδομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σε μία από τις πλέον ελκυστικές επενδυτικές κατηγορίες της επόμενης δεκαετίας. Η παρούσα μελέτη ποσοτικοποιεί τα αναμενόμενα έσοδα ενός standalone σταθμού αποθήκευσης, διάρκειας 2 ωρών, από τη συμμετοχή του στο σύνολο των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας (Προημερήσια, Ενδοημερήσια και Εξισορρόπησης) σε ορίζοντα δεκαετίας. Η ανάλυση συνεκτιμά το πλήρες φάσμα των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές στις αγορές αυτές: εξέλιξη της ζήτησης, ενεργειακό μείγμα, διασυνοριακές διασυνδέσεις, τιμές καυσίμων και δικαιωμάτων CO₂, ανάγκες εξισορρόπησης του συστήματος. Από αυτούς, ως πλέον καθοριστικοί αναδεικνύονται ο ρυθμός ανάπτυξης των φωτοβολταϊκών και των συστημάτων αποθήκευσης. Γύρω από την εξέλιξή τους δομούνται τα τρία εναλλακτικά σενάρια για την εξέλιξη των τιμών (Δυσμενές, Αναφοράς, Ευνοϊκό), ώστε να αποτυπωθεί ένα τεκμηριωμένο εύρος πιθανών αποτελεσμάτων, ικανό να υποστηρίξει κάθε επενδυτική και χρηματοδοτική απόφαση.
«Τα τελευταία έτη σε εθνικό επίπεδο, η ανάπτυξη της φωτοβολταϊκής ισχύος δεν συνδυάστηκε με την απαιτούμενη αποθηκευτική δυναμικότητα, ασυμμετρία που έχει ήδη αναδιαμορφώσει τη συμπεριφορά της αγοράς. Στο νέο αυτό περιβάλλον, ο σταθμός αποθήκευσης αποκτά διττό ρόλο. Αφενός επιτρέπει τη χρονική μετατόπιση της ενέργειας και αφετέρου, παρέχει πολύτιμη ευελιξία στο ηλεκτρικό σύστημα. Οι δύο αυτές λειτουργίες αντιστοιχούν σε διακριτές πηγές αξίας:»
Η ταχεία ανάπτυξη της φωτοβολταϊκής ισχύος έχει αναδιαμορφώσει το προφίλ τιμών στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά. Με την εγκατεστημένη ισχύ να έχει ξεπεράσει τα 12 GW και να αυξάνεται με ρυθμό 1-2 GW ετησίως, οι μεσημβρινές ώρες χαρακτηρίζονται από συστηματικό κορεσμό προσφοράς, με τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς να καταρρέουν επανειλημμένα σε μηδενικά και αρνητικά επίπεδα. Στον αντίποδα, τις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν η ηλιακή παραγωγή υποχωρεί και η κατανάλωση κορυφώνεται, οι τιμές μεσοσταθμικά υπερβαίνουν τα 160 €/MWh. Η απόκλιση μεταξύ των χαμηλών τιμών κατά τις μεσημβρινές ώρες και των υψηλότερων τιμών κατά τις απογευματινές ώρες αποτελεί πλέον δομικό χαρακτηριστικό της νέας ενεργειακής πραγματικότητας ενώ έχει διαμορφώσει ένα σαφές πεδίο οικονομικής αξιοποίησης για μονάδες που έχουν τη δυνατότητα να αποθηκεύουν ενέργεια όταν η τιμή είναι χαμηλή και να τη διαθέτουν στο σύστημα όταν η τιμή αυξάνεται, αξιοποιώντας τη διαφορά τιμών μέσω ενεργειακού arbitrage.
Οι ΑΠΕ, λόγω της στοχαστικής τους φύσης, εισάγουν απότομες διακυμάνσεις στην παραγωγή ενέργειας, επαναπροσδιορίζοντας τις ανάγκες ευελιξίας του ηλεκτρικού μας συστήματος. Η ισοστάθμισή τους είναι απαραίτητη για την ευστάθεια του δικτύου και απαιτεί ταχύτητες απόκρισης και μεγάλη ευελιξία, κάτι που οι ενεργειακές υποδομές μας σήμερα δεν διαθέτουν. Στην ελληνική πραγματικότητα, η συντριπτική πλειονότητα των υπηρεσιών εξισορρόπησης καλύπτεται σήμερα από έναν περιορισμένο αριθμό μονάδων (φυσικού αερίου & μεγάλων υδροηλεκτρικών), συγκεντρωμένων σε λίγους συμμετέχοντες στην αγορά. Σε αυτή τη δομή προσφοράς, η Αγορά Εξισορρόπησης λειτουργεί υπό συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού, διαμορφώνοντας τιμές ευκαιρίας για προϊόντα ενέργειας εξισορρόπησης. Ο σταθμός αποθήκευσης εισέρχεται σε αυτό το πλαίσιο ως πάροχος ταχείας απόκρισης, της τάξης των millisecond, με δυνατότητα συμμετοχής στο σύνολο των προϊόντων υπηρεσιών εξισορρόπησης (χΕΑΣ, αΕΑΣ, ΕΔΣ), χωρίς μάλιστα να έχει λειτουργικό κόστος (το οποίο είναι αρκετά μεγάλο για τις μονάδες Φυσικού αερίου λόγω κόστους καυσίμων αλλά και τεχνικών περιορισμών). Διαμορφώνεται έτσι διακριτή και τεκμηριωμένη ροή εσόδων από την Αγορά Εξισορρόπησης.
Οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας απελευθερώθηκαν θεσμικά, στην πράξη όμως διατηρούν δομικούς περιορισμούς που τις εμποδίζουν να λειτουργήσουν πλήρως ανταγωνιστικά. Η ζήτηση παραμένει βραχυπρόθεσμα ανελαστική, οι ΑΠΕ παράγουν σύμφωνα με τη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων, και ο σχηματισμός των οριακών τιμών εξαρτάται ακόμα από στιβαρές θερμικές μονάδες με υψηλό μεταβλητό κόστος. Οι μπαταρίες εισάγουν για πρώτη φορά asset ικανό να μετακινεί ενέργεια στον χρόνο σε κλίμακα, χωρίς καύσιμο και χωρίς τεχνικούς περιορισμούς εκκίνησης. Όσο κλιμακώνεται η ανάπτυξη των συστημάτων αυτών, η ρευστότητα γίνεται διαχρονική, ο οριακός μηχανισμός εκκαθάρισης αποσυνδέεται από τις θερμικές μονάδες, και η αγορά αποκτά το συστατικό ευελιξίας που της έλειπε για να λειτουργήσει ουσιαστικά ανταγωνιστικά. Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή του ΦοΣΕ που θα εκπροσωπεί το έργο στις αγορές αυτές είναι μέρος της επένδυσης, όχι μεταγενέστερη απόφαση. Ένας μεγάλος, κάθετα ολοκληρωμένος ενεργειακός όμιλος που αναλαμβάνει εκπροσώπηση έργων αποθήκευσης τρίτων διατηρεί ταυτόχρονα δικό του χαρτοφυλάκιο παραγωγής, αποθήκευσης και εμπορίας. Η εσωτερική προτεραιοποίηση είναι αναπόφευκτη: τα ίδια έργα του ομίλου εξυπηρετούνται πρώτα στα παράθυρα εκφόρτισης, στις προσφορές εξισορρόπησης και στην προσοχή του optimisation desk. Ένας ανεξάρτητος, εστιασμένος ΦοΣΕ, όπως η GreenValue, δεν έχει αυτή τη σύγκρουση: τα έσοδά του προκύπτουν αποκλειστικά από τα έσοδα που παράγει για τα assets που εκπροσωπεί και έτσι το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο επιβάλλει την ευθυγράμμιση συμφερόντων με τον επενδυτή.
Ως αδειοδοτημένος Φορέας Σωρευτικής Εκπροσώπησης με χαρτοφυλάκιο 200 MW ΑΠΕ υπό ενεργή διαχείριση, η GreenValue έχει διαμορφώσει μέσα από την καθημερινή της παρουσία στις ελληνικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας την τεχνογνωσία και τα εργαλεία που απαιτούνται για να συνοδεύσει τους επενδυτές στη νέα αυτή φάση της ενεργειακής αγοράς.
Η ομάδα της GreenValue εκπονεί εξατομικευμένα business plans για έργα αποθήκευσης, προ-επενδυτικές αξιολογήσεις, τεκμηρίωση εσόδων για χρηματοδοτικές διαδικασίες, και στρατηγική συμβουλευτική σε επενδυτές, developers και θεσμικούς χρηματοδότες. Επικοινωνήστε απευθείας μαζί μας για να σχεδιάσουμε το παραδοτέο που χρειάζεστε.